Καλώς ωρίσατε, Benvenuto, Welcome, Willkommen, Welkom Bienvenue, Bienvenido, Bem vindo, Добро, Hoşgeldiniz

28.6.17

Ιστορικό

Ο Όσιος Άνθιμος ο Κεφαλλήνας και το Μοναστήρι του στην Σίκινο

25-6-2017

Τὸν τοῦ Ληξουρίου κλεινὸν βλαστόν,
ἀσκητῶν τὸ κλέος, μοναζόντων ὑπογραμμόν,
τῆς Μονῆς Λεπέδων, δομήτορα τὸν θεῖον,
Ἄνθιμον εὐφημήσωμεν, τὸν τρισόλβιον.

Η νήσος της Κεφαλληνίας εκτός από της εξαιρετικής ευλογίας του Προστάτου και Πολιούχου αυτής Αγίου Γερασίμου, συμπεριλαμβάνει στην τοπική αγιολογία και τους αυτόχθονες Οσίους, Άνθιμο τον Κουρούκλη (Πολιούχο Αστυπάλαιας) και Παναγή τον Μπασιά, τους Κεφαλλήνες.
Ο όσιος Άνθιμος, κατά κόσμον Αθανάσιος Κουρούκλης-Ψωμάς, ο τυφλός Ιεραπόστολος του Αιγαίου, γεννήθηκε το 1727 στο Ληξούρι της Κεφαλονιάς από τον Ιωάννη και την Αντζουλέτα Κουρούκλη-Ψωμά.
Έλαβε το όνομα Αθανάσιος, αλλά σε ηλικία 7 ετών έχασε το φως του, χτυπημένος από ευλογιά.
Η μητέρα του, κατά την συνήθεια της εποχής, τελεί "σαρανταλείτουργο" στον Ιερό Ναό τῶν Αγίων Αποστόλων Πάλλης, δίπλα στο Μοναστήρι του Κορωνάτου και στην τεσσαρακοστή Λειτουργία στην προσφώνηση του ιερέα "Μετά φόβου Θεού..." ο μικρός έντρομος φωνάζει : «βλέπω, ο Ιερεύς φοράει κόκκινο φελόνι»! Μετά το πέρας τῆς Θείας Λειτουργίας έβλεπε τις ιερές εικόνες του Ναού, τις οποίες περιέγραφε με κάθε λεπτομέρεια, καθώς και οποιοδήποτε άλλο αντικείμενο του έδειχναν. Παρατήρησαν τότε τα ματάκια του παιδιού και είδαν ότι είχε ανοίξει το μισό του δεξιού του οφθαλμού, και από εκεί όμως δεχόταν τόσο φως ώστε μπορούσε να διαβάζει επαρκώς ακόμη και την νύχτα με τε φως του φεγγαριού!
Όταν έγινε 20 ετών, αποφάσισε να γίνει ναυτικός ακολουθώντας το επάγγελμα του πατέρα του Ιωάννου Κουρούκλη. Μαζί ταξίδεψαν σε πολλές θάλασσες, αλλά φθάνοντας στην Κωνσταντινούπολη, ο πατέρας του Οσίου, χτυπημένος από την πανώλη, απεβίωσε. Ο Αθανάσιος συνέχισε να εργάζεται ως ναυτικός και το 1750 εργαζόταν σε πλοίο ο καπετάνιος του οποίου καταγόταν από την Τήνο. Όταν σε κάποιο από τα ταξίδια έφθασαν στο νησί, ὁ καπετάνιος φιλοξένησε τον Αθανάσιο στο σπίτι του και εκτιμώντας το υποδειγματικό και εργατικότατο του χαρακτήρα του, του πρότεινε να τον παντρέψει με την κόρη του. Ο Αθανάσιος δέχθηκε. Άλλες όμως ήταν οι βουλές του Κυρίου. Ξυπνώντας το πρωί της ημέρας, κατά την οποία θα επισημοποιούταν ο γάμος του, συνειδητοποίησε πως είχε χάσει εντελώς το φως του. «Τώρα εκατάλαβα», είπε, «πως είμαι θεότυφλος». Η επωνυμία θεότυφλος, θα τον συνοδεύει πια, σε όλη του τη ζωή!
Ὁ Αθανάσιος δέχτηκε με ταπείνωση την καινούργια δοκιμασία από τον Θεό. Κατάλαβε ότι το θέλημά Του ήταν διαφορετικό. Κι έκανε υπακοή. Εγκαταλείπει κάθε κοσμική τύρβη και ματαιότητα και αναχωρεί τυφλός και άσημος για το Άγιο Όρος Δεν είναι γνωστό σε ποιό Μοναστήρι ή σκήτη έγινε Μοναχός, και έλαβε το όνομα Άνθιμος. Υποθέτουμε στην Ιερά Μονή Ιβήρων, λόγῳ της μεγάλης ευλάβειάς του προς την Παναγία την Πορταΐτισσα. (Μερικοί βιογράφοι του υποστηρίζουν ότι γύρισε στην Κεφαλονιά και εκάρη Μοναχός στο ανδρικὸ κοινόβιο της Αγίας Παρασκευής, θαυματουργή ιάτειρα των τυφλών, στα Λέπεδα του Ληξουρίου, και ύστερα εκάρη μεγαλόσχημος στο Άγιο Όρος. Το Μοναστήρι αυτό συνδέεται ιδιαίτερα με τον Όσιο Άνθιμο, ο δε ηγούμενος του Άνθιμος Μιχαλίτσης υπήρξε πνευματικός του Οσίου. Για αυτό και κατά την μοναχική κουρά του Αθανασίου του εδόθηκε το όνομα Άνθιμος.) Στη συνέχεια γίνεται μεγαλόσχημος Μοναχός στο Άγιο Όρος, και φωτεινός οδηγός πολλών, που ενώ έχουν μάτια δεν βλέπουν και ενώ έχουν αυτιά δεν ακούν. (Κατά Μάρκον, 8, 18)). Εκεί ασκήθηκε θεαρέστως, αναμίχθηκε ενεργά, όπως αποδεικνύει η μετ’ έπειτα δράση του και στο αναγεννητικό κίνημα των Κολλυβάδων, των φιλοκαλικών εκείνων Πατέρων οι οποίοι αντιτάχθηκαν σε κάθε αλλοίωση και νοθεία της λειτουργικής-πνευματικής ζωής και της ιεράς Παραδόσεως της Εκκλησίας μας. Πρωτοστάτες του αναγεννητικού διαφωτιστικού κινήματος των Κολλυβάδων υπήρξαν οι Μακάριος ο Νοταράς, Νικηφόρος ο Χίος, Αθανάσιος ο Πάριος, Νικόδημος ο Αγιορείτης, Νήφων ο Χίος, Ιερόθεος ο Υδραίος, Γρηγόριος ο Νισύριος, Διονύσιος ο Σιατιστέας, Αρσένιος ο εν Πάρῳ, Σίλβεστρος ο Καππαδόκης κ. α. και τελικώς, όταν εκοιμήθει ο σοφός γέροντάς του, απεφάσισε να βγει στον κόσμο, να κηρύξει, και να διασώσει από την αμάθεια και των εξισλαμισμό τους Ορθοδόξους Ρωμιούς, οι οποίοι στέναζαν τότε κάτω από τον απάνθρωπο ζυγό των Τούρκων Μουσουλμάνων.
Πρώτος του σταθμός ήταν το νησί της Χίου, στο ίδιο νησί κατέφυγαν και άλλοι Κολλυβάδες Πατέρες, διωγμένοι από το Άγιο Όρος, όπου κήρυξε τον Ευαγγελικό λόγο για ένα χρόνο παραμένοντας στον Ι. Ναό της Αγίας Ματρώνας, όπου και ασκήθηκε σκληρά, έτρωγε μόνον λίγο ψωμί την ημέρα, ενώ έπινε νερό μόνο μετά την δύση του ηλίου, κοιμόταν ελάχιστα και προσευχόταν συνεχώς.
Ταξιδεύει στη συνέχεια σε Σίφνο, Πάρο, Νάξο, Ίο και φθάνει τελικά στους Αγίους Τόπους το 1759. Η ιεραποστολική του δράση ενδυναμωμένη από το ιερό προσκύνημά του τον οδηγεί να αρχίσει μια νέα δύσκολη και θεοφώτιστη περιοδεία σε διάφορα νησιά στα οποία κήρυττε, θαυματουργούσε προφήτευε και ίδρυε μεγαλοπρεπείς μονές.
Τόσο εντυπωσιακό είναι το έργο του, ώστε ο καθηγητής Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Π. Ν. Πολίτης τον συγκαταλέγει στους σημαντικότερους άνδρες της Εκκλησίας μας κατά τον 18ον αιώνα.
Η νέα πορεία του ξεκινά αρχικά από το Καστελόριζο, όπου προσευχόμενος σώζει το νησί από την μάστιγα της ανομβρίας και ανεγείρει το 1759 ανδρική Μονή στο ψηλότερο βουνό του νησιού επ' ονόματι του Αγ. Γεωργίου. Κάτω από το καθολικό του Αγίου Γεωργίου βρίσκει υπόγεια λαξευτή κρύπτη, την οποία ο Όσιος Άνθιμος μετέτρεψε σε παρεκκλήσι του Αγίου Χαραλάμπους, προστάτου της γενέτειράς του Ληξουρίου. Από τις σωζόμενες μαρτυρίες φαίνεται ότι προϋπήρχε ερειπωμένος μικρός Ναός του Αγίου Γεωργίου, τον οποίο ὁ Όσιος Άνθιμος αναστήλωσε και μετέτρεψε σε Μοναστήρι. Η επιγραφή, η οποία σώζεται στο άνω μέρος της εισόδου του καθολικού, αναφέρει: «1759. Ἀνεκαινίσθη ὁ Ναὸς οὗτος παρὰ τῶν εὐσεβῶν χριστιανῶν, τῶν κατοικούντων ἐν τῇ νήσῳ ταύτῃ. Ἀπριλίου 23. Διὰ συνδρομῆς τοῦ Ὁσιωτάτου καὶ τυφλοῦ Ἀνθίμου. Κωνσταντὴς Προσκυνητής, μάστορης Ῥοδίτης». Με κέντρο αυτόν τον ναό, οικοδομήθηκαν ακολούθως τα κελιά, το ηγουμενείο, οι λοιποί βοηθητικοί χώροι της Μονής, και το ψηλό περιτείχισμα του Μοναστηριού.


Η εικόνα του Οσίου στο Καστελόριζο
όπου στο αριστερό του χέρι κρατά το Μοναστήρι του

Επόμενος σταθμός του το 1760 η Αστυπάλαια, το νησί όπου θα τον κερδίσει και θα μείνει τα περισσότερα χρόνια της ζωής του όπου για εννέα ολόκληρα χρόνια εργάζεται εκεί ιεραποστολικά. Ανήγειρε εκ βάθρων μεγαλόπρεπο, με κελλιά και τείχη γυναικείο Μοναστήρι αφιερωμένο στην Υπεραγία Θεοτόκο την Πορταΐτισσα, μεταφέρει μάλιστα και από το Άγιο Όρος, θαυματουργή εικόνα της. Η κτιτορική επιγραφή αναφέρει: «Ἐν ἔτει 1760 οἰκοδομήθη ὁ θεῖος καὶ ἱερὸς Ναὸς οὗτος τῆς Κυρίας τῆς Πορταΐτισσας παρά Ἀνθίμου Μοναχού καὶ προσκυνητοῦ, τοῦ καὶ ἀομμάτου, τοῦ ἐκ νήσου Κεφαλληνίας τοῦ ᾿πίκλην Κουρούκλη».
Την λειτουργία των δύο αυτών μονών κατοχυρώνει με Πατριαρχικά Σιγγίλια, επί Πατριάρχου Ιωαννικίου του Γ’ Καρατζά.
Μετά από 20 περίπου χρόνια ο Όσιος πατήρ Άνθιμος, σαν δεύτερος Οδυσσέας, επιστρέφει στην πατρίδα του στο Ληξούρι Κεφαλληνίας γεμάτος γνώσεις και κυρίως Γνώση. Μαζί του οι επτά Μοναχές από την Αστυπάλαια και τα νησιά του Αιγαίου· Αναστασία, Ευγενία, Θεοφυλάκτη, Φεβρωνία, Μακαρία, Ακακία και Μακαρία. Οι συμπατριώτες του τον υποδέχονται με ευλάβεια και ενθουσιασμό.
Κατευθύνεται στην Ιερά Μονή Αγίας Παρασκευής Λεπέδων, όπου η ψυχή του συντρίβεται στο σωριασμένο σε ερείπια αγαπημένο του Μοναστήρι, ύστερα από τους καταστρεπτικούς σεισμούς των ετών 1766-1767. Έτσι αποφασίζει να ανακαινίσει το πληγωμένο Μοναστήρι. Στα τέλη του 1768 το ανακαινίζει και το μετατρέπει σε γυναικείο κοινόβιο. Ο πυρήνας της πρώτης αδελφότητος της Μονής είναι οι 7 Μοναχές που τον συνοδεύουν από τα Δωδεκάνησα. Σύντομα ο αριθμός τους θα διπλασιαστεί. Ο πατήρ Άνθιμος παραδίδει μάλιστα στην νεοσύστατη Μονή, και Μοναχικό κανονισμό, γνωστό και ως «Διαθήκη του Αγίου Ανθίμου». Η ζωή του και εδώ παρέμεινε ασκητική. Ολιγοφαγία, χαμευνία, και αγρυπνία διέκριναν τον βίο του.
Σύμφωνα με την παράδοση, το 1777 ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός αφού κήρυξε σε αρκετά χωριά της Κεφαλονιάς, επισκέφθηκε και την Ι. Μονή της Αγίας Παρασκευής, όπου γνώρισε τον Όσιο Άνθιμο, για τον οποίον είχε ακούσει πάμπολλα ως τότε!
Στη συνέχεια πραγματοποιεί νέα ιεραποστολική περιοδεία στην Ζάκυνθο, τα Κύθηρα, την Πελοπόννησο, την Κρήτη, την Σίφνο, τα Σφακιά, τα Κύθηρα και την Σίκινο.
Είναι σημαντικό να αναφέρουμε, ότι με τον Άγιο Άνθιμο κατέφυγαν στην Κεφαλονιά Κρήτες πρόσφυγες, μετά την κατάληψη της Κρήτης από τους Οθωμανούς το 1669.
Ίδρυσε το 1770 την Ιερά Μονή του Αγίου Αντωνίου στα Σφακιά της Κρήτης, το 1773 του Προφήτου Ιωάννου του Προδρόμου στο Λιβάδι των Κυθήρων, όπου αφιερώνει το δεύτερο βήμα του καθολικού της Μονής εις τον Προστάτη και πνευματικό οδηγό του Άγιο Γεράσιμο. Τέλος το 1775 ανακαίνισε και αναδιοργάνωσε την γυναικεία Μονή της Παναγίας Ζωοδόχου Πηγής (ή Χρυσοπηγής) στην Σίκινο των Κυκλάδων, ανακηρύσσοντάς τον οι ντόπιοι ως νέο κτήτορά της. Ήταν το έκτο και τελευταίο Μοναστήρι που ανήγειρε ή ανακαίνισε ο τυφλός Ιεραπόστολος του Αιγαίου, χωρίς ποτέ να τα έχει δει με τα σωματικά του μάτια!
Δημιούργησε δηλαδή έξι "κάστρα", έξι πνευματικά λιμάνια, έξι φάρους που ακτινοβολούν φως Κυρίου και μάλιστα σε μία τόσο σκοτεινή για την Πατρίδα μας περίοδο της Τουρκοκρατίας.
Πηγαίνοντας στη συνέχεια στην Μάνη το Καλοκαίρι του 1781, προσκεκλημένος από κατοίκους, αφού θαυματουργικά μετέστρεψε τον ληστρικό βίο χωρικών της βορειοδυτικής Πελοποννήσου, έλαβε Θεία πληροφορία πως επίκειται η από του κόσμου τούτου αναχώρησή του. Ζήτησε τότε από τους ναυτικούς να επιστρέψουν στα Λέπεδα, γιατί εκεί επρόκειτο να «αποθάνει». Πράγματι μετά από λίγο ασθενεί από ίκτερο και παραδίδει την αγία του ψυχή την 4η Σεπτεμβρίου του 1782, στο ταπεινό και αγιοβάδιστο ασκητήριο, το οποίο σώζεται μέχρι και σήμερα στα Λέπεδα Ληξουρίου.
Το 1800 ο εφημέριος της Ι. Μονής Λεπέδων, π. Ιωάννης ο Λεπεδιώτης, πραγματοποίησε την ανακομιδή των Ιερών λειψάνων του Αγίου, τα οποία βρέθηκαν κροκοβαφή και ευωδιάζοντα. Πλήθη θαυμάτων επιτελέσθηκαν τότε από τον Όσιο Άνθιμο. Ὁ π. Ιωάννης άφησε μικρό μέρος των λειψάνων στο Μοναστήρι των Λεπέδων, τα δε υπόλοιπα μετέφερε σε λειψανοθήκη κατά τις περιοδείες που έκανε σε όσα μέρη ήταν γνωστός ο Άγιος. Με αυτά έκανε παρακλήσεις καί ενίσχυε την πίστη των υπόδουλων Ελλήνων. Ο παπα-Λεπεδιώτης έφθασε και στην Αστυπάλαια. Στο Μοναστήρι της Παναγίας της Πορταΐτισσας αφιέρωσε τον πήχυ της δεξιάς χειρός του Οσίου Ανθίμου. Όμως σε κάποια από τις περιοδείες του πέθανε, και τα υπόλοιπα ιερά λείψανα δεν γνωρίζουμε που υπάρχουν.
Όπως και των υπόλοιπων Κολλυβάδων Αγίων, έτσι και του Οσίου Πατρός Ανθίμου τα ιερά λείψανα είναι ολιγάριθμα, δυσεύρετα ή απολεσθέντα. Σήμερα, από τα Ιερά του λείψανα, σώζεται μόνον ο δεξιός πήχης του Οσίου, ο οποίος φυλάσσεται στην Ιερά Μονή της Παναγίας της Πορταΐτισσας στην Αστυπάλαια, της οποίας είναι ο πολιούχος και προστάτης.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία αναγνώρισε την αγιότητά του με την ΙΒ’ Πατριαρχική και Συνοδική Πράξη στις 30 Ιουλίου του 1974.
Η παρουσία ενός Αγίου στον αμαρτωλό μας κόσμο, είναι ασφαλώς Θείο δώρο και ευλογία. Ο Όσιος Άνθιμος, ο τυφλός Ιεραπόστολος του Αιγαίου, κατά τον βιογράφο του Κ. Κανέλλο, απετέλεσε για το σκλαβωμένο γένος μας κατά τον 18ο αιώνα, βάλσαμο παρηγοριάς, εγερτήριο σάλπισμα εκκλησιαστικής και εθνικής ζωής, φάρος Αγιασμού σε ζοφώδη χρόνια, και διηνεκής πρεσβευτής μας προς Κύριον, άχρι τερμάτων αιώνος.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε

Τῆς Πάλλῃς τὸ βλάστημα, Κεφαλληνίας πυρσόν,
τὸν θεῖον δομήτορα τῆς τῶν Λεπέδων Μονῆς,
φαιδρῶς εὐφημήσωμεν,
Ἄνθιμον τὸν ἀσκήσει τὸν ἐχθρὸν καθελόντα,
χάριν δὲ ἰαμάτων ἐκ Κυρίου λαβόντα,
πρεσβεύοντα ἐκτενῶς ἠμᾶς διασώζεσθαι.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης

Μοναζόντων τό κλέος, μετανοίας διδάσκαλε, θαυματουργῶν ἐπιδείξει,
πάντας κατηύγασας. ἀνέτειλας ὡς «ἥλιος ἡμῖν,
διώκων τῶν παθῶν τάς προσβολάς.
Διά τοῦτο Ἄνθιμε Ὅσιε, τήν θήκην τῶν σῶν λειψάνων ἀσπαζόμεθα.
Δόξα τῷ σέ δοξάσαντι Χριστῷ, δόξα τῷ σέ θαυμαστώσαντι,
δόξα τῷ δωρησαμένῳ σέ ἡμῖν σκέπην καί καύχημα.


Η ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΣΙΚΙΝΟ

Χαίρεται φαιδρῶς Σίκινος ἡ νῆσος Πάτερ,
ἔχουσα προστάτην σε μέγιστον, καὶ δομήτορα Μονῆς Χρυσοπηγῆς.

Τελευταίος σταθμός της ιεραποστολής του Οσίου Ανθίμου στο Αιγαίο υπήρξε η μικρή Σίκινος. Η Υπεραγία Θεοτόκος επέλεξε τον φλογερό ιεραπόστολο, για να αναστηλώσει το εκεί ιερό της καθίδρυμα.
Το πλοιάριο του Οσίου Ανθίμου έφθασε στην Σίκινο το έτος 1775, με ιερό σκοπό να αναβιώσει την Ιερά Μονή Ζωοδόχου Πηγής-Χρυσοπηγής. Ο Άγιος ευλαβείτο ιδιαιτέρως την Παναγία Χρυσοπηγή. Παλαιότερα είχε προσκυνήσει το θαυματουργό Της εικόνισμα στην γειτονική Σίφνο. Οι ντόπιοι κάτοικοι βοήθησαν τον τυφλό Άνθιμο να ανεβεί στο Φρούδι του Μοναστηριού, στην κορυφή του βουνού πάνω από τον οικισμό του νησιού, όπου από τον 17ο αιώνα δέσποζε το σταυροπηγιακό γυναικείο Μοναστήρι της Κυράς της Χρυσοπηγής.
Τα δύσκολα εκείνα χρόνια, πολλά νησιά του Αιγαίου υπέφεραν από συχνές πειρατικές επιδρομές. Ανάμεσά τους και η Σίκινος. Ὁ Άγιος Άνθιμος βρήκε το Μοναστήρι της Παναγίας βαριά πληγωμένο από παλαιότερη πειρατική επιδρομή. Οι χριστιανοί της Σικίνου και οι λιγοστές Μοναχές, είδαν στο πρόσωπο του αγωνιστή Μοναχού τον σωτήρα τους. Η γλυκιά τους Παναγία έστειλε στο νησάκι τους τον ταπεινό της δούλο για να φτιάξει το Μοναστήρι Της ξανά. Με την συνδρομή των κατοίκων αποπεράτωσε την Μονή, και οργάνωσε μοναστική αδελφότητα. Κατά το διάστημα της παραμονής του εκεί χτίστηκαν ψηλά τείχη, τα κελλιά των καλογραιών, υπόγειες αποθήκες, και δεξαμενές βρόχινου νερού. Ανακαινίστηκε το μικρό, βυζαντινού ρυθμού, Καθολικό, το οποίο στολίστηκε με ξυλόγλυπτο τέμπλο και ωραίες εικόνες. Πάνω από την πόρτα εντοιχίστηκε επιγραφή, η οποία αναφέρει το όνομα του νέου ιδρυτή και την ημερομηνία της ανακαίνισης: «Ἄνθιμος Μοναχός, 1775 Ἰουλίου 10». Ο Όσιος Άνθιμος ενδεχομένως να ασήμωσε και την θαυματουργή εικόνα της Χρυσοπηγής, έργο του 17ου αιώνα.
Τώρα πια το Μοναστήρι ήταν ασφαλές καταφύγιο από τους πειρατές, που λυμαίνονταν το φτωχικό νησί. Πάνω από την μοναδική είσοδο χτίστηκε ζεματίστρα για τους βέβηλους καταπατητές. Ακόμη στην Β. Α. γωνία των κελλιών διαμορφώθηκε μια μυστική κρύπτη. Από εκεί οι πολιορκημένοι κατέβαιναν με σχοινί τους απόκρημνους βράχους και καταλήγοντας σε ένα μικρό μονοπάτι, έβρισκαν διέξοδο προς την θάλασσα.
Η Ιερά Μονή της Χρυσοπηγής είναι το τελευταίο Μοναστήρι από τα έξι που ίδρυσε ή ανακαίνισε ο Άγιος, χωρίς ποτέ να δει κανένα από αυτά με τα σωματικά του μάτια. Τα λαμπερά όμως μάτια της ψυχής του έβλεπαν αενάως το άκτιστο φως του Τριαδικού Θεού, το οποίο οδηγούσε τα βήματά του στην ιερή του αποστολή. Έσπειρε τα Μοναστηράκιά του στο Αιγαίο με πολλούς κόπους και υπεράνθρωπο αγώνα σε χρόνια σκληρά.



Η εικόνα του Οσίου στην Σίκινο όπου στο αριστερό του χέρι κρατά το Καστρομονάστηρό τουκαι στην οποία αναγράφεται :«Ο Όσιος Άνθιμος ο Κεφαλλήν Κτίτωρ Ιεράς Μονής Χρυσοποηγής Σικίνου»


Η ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΖΩΟΔΟΧΟΥ ΠΗΓΗΣ ΣΙΚΙΝΟΥ ΣΗΜΕΡΑ
Σίκινος. Μια κουκίδα σκόνης ή αλμύρας στο Αιγαίο. Τόπος μικρός, μεγεθυμένος μονάχα από το φως του ήλιου, τη θάλασσα και τους υπέροχους απάτητους γκρεμούς του. Ο τόπος δεν είναι τουριστικός προορισμός για τους πολλούς, αλλά μόνο για εκείνους που θέλουν να νιώσουν τη μαγεία του απόμακρου, ανάμεσα σε ζεστούς ανθρώπους. Διακριτική παρουσία ανάμεσα στα πασίγνωστα και πολυδιαφημισμένα Κυκλαδονήσια, η μικρή Σίκινος. Το νησί βρίσκεται στο νότιο τμήμα των Κυκλάδων, ανάμεσα στην Ίο και τη Φολέγανδρο.
Η έκτασή της μόλις 41 τετρ. χλμ. -πρόκειται για ένα από τα πιο μικρά κατοικημένα νησιά των Κυκλάδων- και ο πληθυσμός του αγγίζει τους 300 μόνιμους κατοίκους, που έχουν μάθει να παλεύουν με το χρόνο και τις αντίξοες συνθήκες και ασχολούνται με το ψάρεμα, την κτηνοτροφία, τη μελισσοκομία και τελευταία με τον τουρισμό. Σχεδόν στο σύνολό του το νησί είναι άγονο και ορεινό με ψηλότερη κορφή τον Τρούλο (552 μέτρα). Το ασφαλτοστρωμένο οδικό δίκτυο δεν ξεπερνά τα 12 χιλιόμετρα.
Κατοικημένη από τη Μυκηναϊκή εποχή, οφείλει το όνομά της στο Σίκινο, το γιο του Θόα, μυθικού Βασιλιά της Λήμνου. Λεγόταν και Οινόη χάρη στα πολλά της αμπέλια. Σε όλες τις εποχές ακολούθησε την τύχη των Κυκλαδίτικων νησιών και δέχτηκε επανειλημμένα πειρατικές επιδρομές με μεγαλύτερη αυτή του 1774.
Η εντυπωσιακή Μονή της Ζωοδόχου Πηγής είναι χτισμένη σε λόφο πάνω από το Κάστρο και έχει μαγευτική θέα τόσο στη θάλασσα όσο και σχεδόν σε όλη τη Σίκινο. Ένα φιδωτό λιθόστρωτο μονοπάτι ανηφορίζει από τη Χώρα και καταλήγει μετά 20 λεπτά στην είσοδο του μοναστηριού της Ζωοδόχου Πηγής που δεσπόζει πάνω από την ολόλευκη Χώρα της Σικίνου. Ξεχωρίζει με τον ψηλό ασβεστωμένο οχυρωματικό περίβολό της, στο χείλος του γκρεμού, ΒΑ της Χώρας.




Το φρουριακής μορφής Μοναστήρι χτισμένο σε εκπληκτική τοποθεσία, στην άκρη του βράχου, στο Φρούδι, σε υψόμετρο 370 μέτρων πάνω από τη θάλασσα, με θέα στο Αιγαίο, πέραν κάθε περιγραφής, δίνει την εντύπωση κάστρου, καθώς περιβάλλεται με τείχος και χρησίμευσε ως καταφύγιο για τους κατοίκους κατά τη διάρκεια των πειρατικών επιδρομών.






Κτίσθηκε το 1690 και ήταν γυναικείο Μοναστήρι. Όπως προκύπτει από την οχύρωση του, υπήρξε έσχατο καταφύγιο των Σικινιωτών κάθε φορά που το νησί έπεφτε σε χέρια κακόβουλων επιδρομέων, «οχυρό για τις αρπαγές, τους βιασμούς και τις λεηλασίες, που πολλές φορές ούτε η βαριά ξύλινη πόρτα, ούτε οι ψηλοί τοίχοι, ούτε οι κρύπτες, οι επάλξεις, οι "ζεματίστρες", τα μυστικά περάσματα, οι πολεμίστρες, οι έξοδοι διαφυγής με σκοινιά προς τον γκρεμό αλλά ούτε και οι δεήσεις εμπόδιζαν τους πειρατές, που ερήμωσαν αρκετές φορές το νησί».




Ανέκαθεν φιλοξενούσε γυναικεία αδελφότητα, επισκευαζόταν καρτερικά μετά από κάθε ιστορική περιπέτεια και άντεξε μέχρι το 1834 οπότε έπαψε να λειτουργεί, όπως τόσα άλλα Μοναστήρια στην Ελλάδα που κατήργησε με βασιλικό διάταγμα ο Όθωνας, και οι οκτώ γηραιές Μοναχές που έμεναν εκεί φιλοξενήθηκαν σε διάφορες Σικινιώτικες οικογένειες μέχρι το θάνατό τους.  Αν και εγκαταλειμμένο εδώ και πολλές δεκαετίες, παραμένει πάντα αγαπημένο στις καρδιές των νησιωτών.
Το καθολικό του είναι διακοσμημένο με εξαίρετης τέχνης ξυλόγλυπτα προσκυνητάρια και εικόνες του 18ου αιώνα και με ένα εξαίρετο ξυλόγλυπτο τέμπλο, αλλά και των υπέροχων και πάρα πολύ αξιόλογων κειμηλίων (φορητές εικόνες, αρτοφόριο κ.α) στο εσωτερικό του.




Στη βόρεια πλευρά του φρουριακού συγκροτήματος, εκεί που χαμηλώνει το τείχος και εκτός αυτού, βρίσκεται το γραφικό εκκλησάκι της Αγίας Άννας. Από το προαύλιό του με καθαρό καιρό βλέπεις σχεδόν όλες τις Κυκλάδες.



Το 1977 άρχισαν έργα για την αναστήλωσή της και το 1979, ανήμερα της γιορτής της, ξανάνοιξε το κατώφλι της για το χριστεπώνυμο πλήρωμα. Ο νεαρός Διάκονος τότε της Μητρόπολης Σύρου Δωρόθεος Πολυκανδριώτης, ο σημερινός Μητροπολίτης Σύρου Δωρόθεος ο Β’, ανέλαβε την πρωτοβουλία της ανακαίνισης της Μονής. Αφιέρωσε αρκετό χρόνο προσπαθώντας να κάνει με πείσμα και κόπο τα ερείπια κτίσματα και το χάος πάλι Μοναστηράκι, με την βοήθεια των φιλευσεβών κατοίκων και των δύο ιερέων του νησιού αιδεσιμ. π. Σπυρίδωνος και π. Θεοδώρου. Στην είσοδο του Καθολικού της Μονής διαβάζουμε την εντοιχισμένη πλάκα: 



«Η Ιερά αύτη και σεβασμία γυναικεία Ιερά Μονή της Ζωοδόχου Πηγής
ανηγέρθη υπό του Οσίου Ανθίμου του Κουρούκλη εν έτει 1719.
Το έτος 1834 η Βαυαρική αντιβασιλεία την διέλυσε και οι Μοναχές εξεδιώχθησαν.
Έκτοτε κατερειπωθείσα το έτος 1977 ήρχισεν τη χάριτι του Αγίου Θεού
ανακαινιζομένη εκ θεμελίων έως και σήμερον,
κόπω και προσωπικώ μόχθω του Αρχιμ. Δωροθέου Πολυκανδριώτη,
νυν Μητροπολίτη Σύρου και Σικίνου,
του Συνδέσμου Σικινιτών, Ζαχαρία Λουσίδη καθηγητού Πανεπιστημίου
και των κατοικούντων τη νήσω ταύτη φιλευσεβών κατοίκων.»

     Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο Μητροπολίτης κ. Δωρόθεος έγινε ο δευτεροκτίτωρ της Μονής. Με μόχθο και συνεχές και ανύστακτο ενδιαφέρον του για το Μοναστηράκι κατάφερε να είναι λειτουργικό, επισκέψιμο και ξανά το καμάρι των κατοίκων του νησιού, και ολόκληρης της Μητροπολιτικής του περιφέρειας. Συνέγραψε το βιβλίο «Το Μοναστήρι της Παναγίας της "Χρυσοπηγής" στη Σίκινο» και προσπαθούσε επί σειρά ετών να το στελεχώσει έστω με μικρή αδελφότητα, προκειμένου να συνεχίσει την πορεία του στον χρόνο.



Μετά δε την ανακαίνισή της το 1979, στις 5 Μαΐου 1994, έκειρε Μοναχή στο Καθολικό της Μονής, με την άδεια του Μητροπολίτη Σύρου Δωρόθεος του Α’, την αφιερωμένη και ευλαβεστάτη Σικινιώτισα Καλλιόπη Αρσενικού, στην οποία έδωσε το μοναχικό όνομα Ευπραξία. Το λυκαυγές όμως του γεγονότος, γρήγορα έσβησε και το προκεχωρημένο της ηλικίας και οι ασθένειες της Μοναχής και η Μοναχή Ευπραξία εκλήθη γρήγορα στην αιωνιότητα, αφήνοντας όμως πίσω της μια παρακαταθήκη.




Η Μονή ώς και τον Αύγουστο του 2015 δεν είχε Μοναχές. Παρ’ όλα αυτά, το παμπάλαιο κτίσμα του 1690, με τη φροντίδα του Μητροπολίτη, διατηρήθηκε σε αρκετά καλή κατάσταση και από τον Σεπτέμβριο του 2015 μια Μοναχή –η αδελφή Μυροφόρα– ξαναζωντάνεψε τη Μονή.
Πέρασαν περίπου 22 μήνες από εκείνη την ημέρα που αποφάσισε να παραμείνει. Τα καθημερινά προβλήματα είναι πάμπολλα και τα περισσότερα ζωτικής σημασίας. Είναι λογικό μετά από σχεδόν 200 χρόνια εγκατάλειψης και απουσίας μοναστικής αδελφότητας οι ελλείψεις να είναι πάρα πολλές. Είναι αξιέπαινη η προσπάθειά της και κυρίως η απόφασή της να έχει πια το Μοναστήρι μοναχική παρουσία και μυστηριακή ζωή. Αρωγούς στην προσπάθεια αυτή έχει τους λιγοστούς κατοίκους του νησιού, τον Δήμαρχο, τους δύο ιερείς, που όλοι τους την έχουν περιβάλλει με πολύ αγάπη και ιδιαίτερα τον Μητροπολίτη Σύρου Δωρόθεο τον Β’ που με το συνεχές και άοκνο ενδιαφέρον του προσπαθεί να ξαναστήσει το Μοναστηράκι αυτό.
Η Μοναχή προσπαθεί με την εκτροφή ζώων (κατσίκια, κότες), την παραγωγή κηπευτικών, μαρμελάδας, γλυκών κουταλιού να εξοικονομήσει τα έξοδα της Μονής. Το κυριότερο όμως  πρόβλημα στη Μονή είναι η παντελής έλλειψη νερού. Η Μοναχή είναι υποχρεωμένη καθημερινά να κουβαλάει νερό από το χωριό χειμώνα-καλοκαίρι. Μία στέρνα όπου συλλέγει το βρόχινο νερό δεν είναι αρκετή ούτε για τις καθημερινές ανάγκες. Σε περίπτωση πυρκαγιάς το Μοναστήρι είναι απροστάτευτο!  
Είναι μακρύς ο κατάλογος των απολύτως αναγκαίων για τη λειτουργία της Μονής. Είναι βέβαιο όμως ότι η Χάρη του Θεού θα κινήσει φιλομόναχες καρδιές να στρέψουν το ενδιαφέρον τους και προς αυτό το μικρό σέβασμα της Ορθοδοξίας, για να στηριχθεί και να συνεχίσει να λάμπει σαν φάρος από την υψιπετή θέση που βρίσκεται, όχι μόνο στην Σίκινο αλλά και στα γειτονικά νησιά του Αρχιπελάγους.

«οι πολλοί θέλουν πολλά κι ο μόνος θέλει απ’ όλα»




Πηγές      
Μητροπολίτη Σύρου και Σικίνου Δωροθέου «Το Μοναστήρι της Παναγίας της "Χρυσοπηγής" στη Σίκινο»
Κωνσταντίνου Κανέλλου «Ὅσιος Ἄνθιμος ὁ ἐκ Κεφαλληνίας, ὁ τυφλὸς ἱεραπόστολος τοῦ Αἰγαίου»  Ἰθάκη, 2005



άρθρο της Καλής Αλυσανδράτου 
Διευθύντριας της Εστίας Εκκλησιαστικής Εκπαίδευσης 
στην Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος